Κάθε ιστορία αρχίζει κάπου, η δική μου άρχισε σ' ένα καφέ δίπλα στη θάλασσα, εκεί όπου το ηλιοβασίλεμα βάφει τον κόσμο πορτοκαλί και σε κάνει να πιστεύεις -έστω για μια στιγμή- πως τίποτα το παράξενο δεν μπορεί να συμβεί. Κι όμως... συνέβη.
Ήταν απλώς ένας άγνωστος στην αρχή. Ψηλός, λιγομίλητος, με βλέμμα που δεν κοιτούσε ποτέ ευθεία, μόνο πίσω από πράγματα. Μου ζήτησε να τον λέω Καθ'ομοίωσιν. Δεν έμαθε ποτέ το δικό μου όνομα, με βάφτισε εκείνος Όσιο. Ίσως γιατί έτσι τον βόλευε στο παιχνίδι που έστηνε γύρω μου - ή ίσως γιατί το παιχνίδι είχε αρχίσει πριν εμφανιστώ εγώ.
Σιγά σιγά, ανάμεσα σε φραπέδες και τυχαίες συναντήσεις, άρχισε να μου εξιστορεί όσα έζησε στη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης. Όχι, δεν αστειεύομαι. Ένας άνθρωπος που μέχρι χθες θα τον περνούσα για συνταξιούχο μηχανικό, μου μιλούσε για στρατιωτικούς θόλους, υπόγειες στοές, τελετουργικό σκούπισμα σεληνιακής σκόνης και μια καθημερινότητα τόσο αυστηρή, που ακόμα κι η ανάσα έμοιαζε με εντολή.
Ώσπου ήρθε εκείνη η αποκάλυψη.
Μια εξάγωνη πόρτα, κρυμμένη κάτω από χώματα.
Ανδρεΐδη που δεν ήταν ανθρώπινης κατασκευής.
Κι ένα χέρι -το δικό του- το μόνο που μπορούσε να ανοίξει την πόρτα.
Από τότε έγινε πολύτιμος. Παρακ